18 Φεβ 2011

Εκούσιες αυταπάτες ή υποκειμενική – το δίχως άλλο – δράση;


Το τέλος της ιστορίας και η νιρβάνα μιας απρόσκοπτης ανάπτυξης της διεθνοποιημένης αγοράς που διατείνονταν ο Fukuyama στις αρχές της δεκαετίας του 1990,[1] συνεπικουρούμενος στην προσπάθειά του αυτή από τη σύμπτωση της ιστορικά αναγκαίας κατάρρευσης των σταλινικών κακέκτυπων, αποτελεί ένα από τα πιο θαυμαστά δείγματα του έντεχνου, συχνά ιδιοτελώς επιδιωκόμενου, επιστημονισμού.
Βεβαίως, η αντικειμενική, απείρως πολύπλευρη πραγματικότητα δεν χωρά κάτω από το χαλί ενός ψευδεπίγραφου αντικειμενισμού. Είμαστε καταδικασμένοι σε, ή μάλλον καλύτερα, ευλογημένοι για μια ατέρμονη αναζήτηση της υπαρκτής και συνάμα απρόσιτης, απόλυτης αλήθειας, κάνοντας χρήση των μερικώς αντικειμενικών εργαλείων μας, βασιζόμενοι σε υποθέσεις, πατώντας σε σκαλοπάτια της υποκειμενικής μας αντίληψης, επιδιώκοντας ακριβώς την εποικοδομητική τους αναίρεση. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, είτε δεν αντιλαμβάνεται τη φύση του ανθρώπου-μελετητή, είτε απλώς προσπαθεί να την κρύψει, προκειμένου να ψευτοαντικειμενικοποιήσει τις απόψεις που υποστηρίζει, με απώτερο σκοπό την απρόσκοπτη επικράτησή τους. Αυτό ακριβώς κρύβεται πίσω από τη φράση «ελεύθερη, τέλεια ανταγωνιστική αγορά». Λες και θα μπορούσε ποτέ μια απελευθερωμένη αγορά να τέλεια ανταγωνιστική. Λες και η διαφοροποίηση των προϊόντων, η ατελής πληροφόρηση, οι γεωγραφικές ασυνέχειες, οι οικονομίες κλίμακας και τα αναπόφευκτα ολιγοπώλια και ολιγοψώνια αποτελούν απλώς λεπτομέρειες και όχι τις αδιαμφισβήτητες πτυχές της ανελέητης πραγματικότητας.
Όμως, ο ανώνυμος αντιεξουσιαστής, δημοσιεύοντας την άποψή του στο … δρόμο, εκεί γύρω στην αλλαγή της χιλιετίας, διαψεύδει με τον πιο εύστοχο, λακωνικό τρόπο αυτές τις εκούσιες αυταπάτες των απολογητών της υφιστάμενης κατάστασης: Ουτοπία είναι να πιστεύεις ότι ο κόσμος μπορεί να μείνει για πάντα ίδιος. Όταν λοιπόν η συσσωρευμένη αδικία συναντά την απόγνωση, το μίγμα γίνεται εκρηκτικό και η κοινωνική ανατροπή καθίσταται νομοτέλεια. Αυτό χαρακτηρίζει την εποχή μας, στα προάστια του Παρισιού, στις διεργασίες της DGB, της Ένωσης των Γερμανικών Συνδικάτων, στην κινητοποίηση φοιτητών και διδασκόντων στη Βρετανία, στις συνταρασσόμενες αραβικές κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, αλλά και στους δρόμους, στις λαϊκές, στους χώρους εργασίας και στα καφενεία της πατρίδας μας. Η αδικία περισσεύει, ξεχειλίζει έξω από τα όρια της υπομονής που διαρρηγνύει η απόγνωση της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Όχι, δεν πρόκειται για τις υπερβολές των αριστεριστών θιασωτών της κατάρρευσης του καπιταλισμού, ούτε για τις απόκοσμες δοξασίες του τέλους, αλλά για την επικαιρότητα, την οποία δεν μπορεί να κρύψει πια κανένα δελτίο ειδήσεων.
Εδώ λοιπόν είναι που το αδυσώπητο ερώτημα επανέρχεται στο προσκήνιο: μετά το «φθάνει πια», τι; Η αγανάκτηση και η απόγνωση εξωθούν το νου και τα χέρια της κοινωνίας. Δεν αρκούν όμως για να δώσουν προοδευτική διέξοδο. Ο Αίας, στο αρχαιότερο από τα σωζόμενα δράματα του Σοφοκλή, θολωμένος από την αδικία που έγινε εις βάρος του κατά την παράδοση της αρματωσιάς του νεκρού Αχιλλέα, εξαπολύει την οργή του εναντίων ενός δύσμοιρου κοπαδιού προβάτων, αναίτια, ανούσια. Όμως εκτός της ανούσιας εκτόνωσης ελλοχεύει και ο κίνδυνος της εκτόνωσης σε λάθος κατεύθυνση. Η έκρηξη του φασισμού στη μεσοπολεμική Ευρώπη και οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που την προκάλεσαν είναι τόσο πρόσφατες που δεν επιτρέπουν άλογους εφησυχασμούς.
Το κίνημα του «δεν πληρώνω», όσο και αν εκφράζει τη σίγουρα δικαιολογημένη, ίσως μάλιστα και  δίκαιη κοινωνική αντίδραση, δεν μπορεί να οδηγήσει πολύ μακριά. Η ελλιπής ωρίμανση του κατά Λένιν «υποκειμενικού παράγοντα» είναι εμφανής: το εργατικό κίνημα και ο συνδικαλισμός δεν έχει αναρρώσει από την συντεχνιακή του μετάλλαξη και την πολιτική του εξαργύρωση – εκπόρνευση. Η αριστερά παραμένει απροσανατόλιστη, μεταξύ του προδοτικού ψευτορεαλισμού της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας και τη σεκταριστική λατρεία της αδιαπραγμάτευτης επαναστατικότητας που χαρακτηρίζει το εξωκοινοβουλευτικό φάσμα. Το γνήσιο κοινωνικό κίνημα δεν κατορθώνει– ας επιτραπεί η  έκφραση – να κεφαλαιοποιήσει τις περιστασιακές εκλάμψεις του και νίκες, ενώ ο πολίτης δεν μπορεί πια να προσβλέψει ούτε στον παπά, ούτε στο δάσκαλο, ούτε στον πολιτικό, ούτε στο δικαστή.
Με άλλα λόγια, η συστημική κρίση σε πλήρη εξέλιξη. Όμως, οι τελευταίοι που αντιλαμβάνονται ή που παραδέχονται την χρεοκοπία ενός συστήματος είναι οι εξυπηρετούμενοι και οι απολογητές τους. Οι νεοφιλελεύθεροι επιμένουν με εκνευριστικό πείσμα στις εκούσιες αυταπάτες τους: πίσω από τη δοξασία του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, κρύβεται η πεποίθηση τους ότι η θυσία του εναπομείναντος πλούτου των μικρομεσαίων στρωμάτων θα βελτιώσει τις προοπτικές κερδοφορίας και θα ξυπνήσει το ένστικτο του επενδυτή στον άτολμο κεφαλαιούχο, οδηγώντας σε μια νέα περίοδο οικονομικής ανοικοδόμησης και μοιρασιάς των ψίχουλων. Τι κι αν η εφαρμογή αυτής της πολιτικής σε άλλες περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν οδήγησε στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Ξέρουν πολύ καλά ότι η απελευθέρωση των επαγγελμάτων, πέρα από το αν είναι δικαιολογημένη ή όχι, εάν δεν συνοδευθεί από τη θέσπιση ουσιαστικών κανόνων προστασίας από τα ολιγοπώλια, πολύ γρήγορα θα επιδεινώσει τις συνθήκες για το κοινό. Γνωρίζουν πως η προαναγγελλόμενη εκποίηση δημοσίου πλούτου ρίχνει ακόμη περισσότερο τις τιμές και εξυπηρετεί τις κερδοσκοπικές ορέξεις και μόνο. Αντιλαμβάνονται, ότι η θεσμική εξασθένιση των εργαζομένων με την αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, κάθε άλλο παρά ενισχύει τον ανταγωνισμό σε μια ολιγοψωνιακή αγορά εργασίας. Έλα όμως που είναι πεπεισμένοι πως έχουν ευθύνη να προασπίσουν τα συστημικά δίκαια. Όχι απαραίτητα επειδή διακατέχονται από μια αντιλαϊκή μανία, αλλά γιατί συνδυάζουν τον ελιτισμό με την βαθιά πίστη ότι ανάπτυξη χωρίς την πρωτοβουλία του μεγαλοαστού και του τραπεζικού κεφαλαίου δεν μπορεί να προκύψει.
Σε μια τέτοια περίοδο ο ρόλος του ενεργού πολίτη είναι καταρχήν να διαλέξει πλευρά και στη συνέχεια να συμβάλλει στην ωρίμανση ενός κοινωνικοπολιτικού εργαλείου που θα διευκολύνει τη στοχευμένη κατεύθυνση της κοινωνικής αντίδρασης. Για να μετεξελιχθεί το «φθάνει πια» σε «θέλω να». Δεν αρκούν οι προτάσεις διαχειριστικού χαρακτήρα και οι πρωτοβουλίες του «φαίνεσθε», ούτε βεβαίως και οι σκόρπιες γροθιές στον τοίχο. Αυτή η πολιτική έχει ξεπεραστεί από τα ζητούμενα που φέρνει στην επιφάνεια η τρέχουσα συγκυρία και μοιραία θα ξεπεραστούν και οι θιασώτες της.
Στη δημοκρατία, ακόμη και στο αστικό, αντιπροσωπευτικό κακέκτυπό της, δεν υπάρχουν μονόδρομοι. Υπάρχει αντίλογος:
  • πάγωμα στρατιωτικών δαπανών,
  • αξιοποίηση και όχι εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, ώστε να πυροδοτήσει παραγωγικές, ανταγωνιστικές επενδύσεις,
  • ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και περιορισμός της σπατάλης, αλλά όχι περιορισμός των λειτουργιών του δημοσίου τομέα,
  • επιτέλους, πάταξη της φοροδιαφυγής και κατάσχεση πλούτου από προηγούμενες διασπαθίσεις και ατασθαλίες,
  • διεθνή συνεργασία με όμορες δυνάμεις προκειμένου να επιτευχθεί μια δίκαιη και συνάμα ανακουφιστική περιστολή των τοκογλυφικά υπερδιογκωμένων κρατικών χρεών.
Αναλογιζόμενοι τον χρόνο στην ιστορική και όχι στην ανθρώπινη, βιολογική του διάσταση, η στιγμή της ανατροπής έρχεται. Ας ευχαριστήσουμε την αστική επανάσταση για την προοδευτική προώθηση της κοινωνικής εξέλιξης και τον καπιταλισμό για την προσφορά του στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά ήρθε η στιγμή να τον απαλλάξουμε από τη μιζέρια της διαρκούς κρίσης του. Γιατί, το «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» δεν είναι ευσεβής πόθος. Πολύ περισσότερο αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα.
Γρηγόρης Β. Ζαρωτιάδης, Επίκ. Καθηγητής ΑΠΘ, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, gzarotia@econ.auth.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου