5 Νοε 2010

Μετανάστες στην Ελληνική Κοινωνία: Θεωρία και Πολιτική

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:       Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, Επ. Καθ. ΑΠΘ - ΝΟΠΕ
Το συγκεκριμένο άρθρο βασίζεται σε εισήγηση του υπογράφοντα στο ετήσιο Πανελλήνιο Συνέδριο PALSO,
που διοργανώθηκε στη Λίμνη Πλαστήρα στις 28/08/2010. Στην εισήγησή του, εκτός της ανάλυσης που ακολουθεί, ο συγγραφέας προχώρησε και στη συμβολή της Ξενόγλωσσης Παιδείας στην κοινωνικοοικονομική ένταξη των μεταναστών, αναδεικνύοντας το συγκεκριμένο ρόλο που αυτή μπορεί να παίξει στο πλαίσιο των διαφόρων πτυχών μιας προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής.


Η παγκοσμιοποίηση, κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική αλλά και στην προεξέχουσα πτυχή της, την οικονομική, αποτελεί πλέον το αδιαμφισβήτητο κεντρικό συστατικό της κοινωνικοοικονομικής μετεξέλιξης, το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμη και πέρα από τη μεταβιομηχανική καπιταλιστική κοινωνία. Δεν πρόκειται για τη μοναδική ανάλογη συγκυρία. Αντιθέτως στην ιστορική διαδρομή, νεότερη και κλασσική, ο βαθμός διεθνοποίησης έχει φθάσει σε ανάλογα επίπεδα πολλές φορές, με σημαντικές κάθε φορά αναπτυξιακές επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική εξέλιξη. Είναι όμως η πρώτη φορά που η σφυρηλατημένη ενότητα της βιομηχανικής αστικής επανάστασης με το σύγχρονο εθνοκεντρικό κοινωνικό αυτοπροσδιορισμό τίθεται υπό αμφισβήτηση. Όχι απλώς γιατί αναδεικνύονται νέες εθνικές συνειδήσεις που χτίζονται γύρω από προκύπτοντα κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά δεδομένα – όπως για παράδειγμα η «αμερικανική εθνική ταυτότητα». Πρόκειται για την ουσιαστική ανατροπή του εθνοκεντρικού τρόπου ανάπτυξης του καπιταλισμού: η ταξική ταυτότητα, η οποία μάλιστα επαναπροσδιορίζεται με μερικές σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με την κλασική μαρξική της υπόσταση, κερδίζει σημαντικά έδαφος έναντι των εθνικών προσδιορισμών. Το κεφάλαιο, μπροστάρης στις εξελίξεις, απέκτησε πλέον έναν ξεκάθαρο υπερεθνικό χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύονται οι εσωτερικές ταξικές διαφοροποιήσεις του – παραγωγικό, εμπορικό, χρηματοπιστωτικό. Η εργασία ακολουθεί, με την ενισχυόμενη τάση διεθνοποίησής της να είναι ευδιάκριτη και να αποτελεί σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα σε όποιες συζητήσεις για τις σχέσεις απασχόλησης και για τη διανομή της παραγόμενης υπεραξίας σε τοπική και διεθνική διάσταση.
Οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι οι κοινωνίες του μέλλοντος. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει το τέλος των εθνικών / εθνολογικών προσδιορισμών. Τουναντίον, οι εθνολογικές κοινωνικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις είναι στοιχεία που μπορούν να συνυπάρχουν στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, ενώ μάλιστα αποτελούν συντελεστές παραγωγής πλούτου και ανάπτυξης. Σε μια όμως διαδικασία μετάβασης, οι συγκρούσεις μεταξύ εθνολογικών στοιχείων και πολυπολιτισμικών προσεγγίσεων δημιουργεί δυσκολίες και θολώνει το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Προφανώς οι συγκεκριμένες δυσκολίες ενισχύονται σε περιόδους μεγάλων, διαρθρωτικών κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων και προκαλούμενων αναταραχών, τις οποίες αξιοποιούν εξτρεμιστικοί εθνικιστικοί κύκλοι και / ή φαινόμενοι κοσμοπολίτες που αποσκοπούν όμως στην προώθηση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων.
Σε αυτό το σύντομα αναλυμένο ιστορικό, κοινωνικό πλαίσιο, η ελληνική κοινωνία καλείται να αντιμετωπίσει το ζήτημα της μετανάστευσης. Το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε ως μια από τις πρώτες της παρεμβάσεις να απαντήσει στις απαιτήσεις ενσωμάτωσης των μεταναστών, δείχνει ακριβώς τη σημασία του ζητήματος.[1]
Στη σχετική βιβλιογραφία, μπορεί κανείς να διακρίνει δύο βασικούς διαχωρισμούς: Αφενός μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ στατικών και δυναμικών αναλύσεων, μεταξύ δηλαδή επιπτώσεων στο επίπεδο και στο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ αφετέρου είναι ιδιαιτέρως χρήσιμος ο διαχωρισμός μεταξύ ποσοτικών και ποιοτικών επιπτώσεων.
Η πιο διαδεδομένη σήμερα θεώρηση στους κύκλους των οικονομολόγων, όχι αναγκαστικά και η πιο ορθή, είναι αυτή της νεοκλασικής, στατικής, ποσοτικής ανάλυσης των επιπτώσεων της διαπεριφερειακής μετακίνησης του συντελεστή παραγωγής εργασία. Ξεκινώντας από μια τέλεια λειτουργούσα αγορά εργασίας με συνεχή επίτευξη πλήρους απασχόλησης και κατάλληλη προσαρμογή των πραγματικών μισθών, οι υποστηρικτές της καταλήγουν στα εξής συμπεράσματα:  η εισροή μεταναστών (δηλαδή εργασίας) έχει συνολικά θετικές επιπτώσεις στην συνολικά παραγόμενη ευημερία της χώρας υποδοχής, καθώς οι απώλειες των γηγενών εργαζομένων λόγω της προκαλούμενης μείωσης των πραγματικών μισθών, υπερκαλύπτονται από τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και στην κερδοφορία της επιχειρηματικής δραστηριότητας (το πραγματικό εισόδημα της εργοδοσίας).[2] Μάλιστα, οι όποιες αντιδράσεις των εργαζομένων θα μπορούσαν να υπερκερασθούν από την αναδιανομή των ωφελειών, αποσκοπώντας στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.
Η συγκεκριμένη αντίληψη συνάδει με τη συμπεριφορά ραγδαία αναπτυσσόμενων αστικών οικονομιών, όπως για παράδειγμα η Βόρεια Αμερική στους προηγούμενους δύο αιώνες και οι κεντροευρωπαϊκές οικονομίες μεταπολεμικά. Πράγματι, οι δυτικές κοινωνίες σε αυτές τις περιόδους χαρακτηρίζονταν από μια υπερβάλλουσα ζήτηση εργασίας και ωφελούνταν συνολικά από την εισροή μεγάλων μεταναστευτικών ρευμάτων. Αδυνατεί όμως να εξηγήσει τον περιοριστικό χαρακτήρα της σύγχρονης μεταναστευτικής πολιτικής που ασκούν τα ανεπτυγμένα οικονομικά, «δυτικά» κράτη. Αν είναι πράγματι τόσο αδιαπραγμάτευτα προσοδοφόρα η μετανάστευση για τις χώρες υποδοχής γιατί να τίθενται διάφοροι περιορισμοί και απαγορεύσεις; Πολύ δε περισσότερο, πως εξηγείται ότι παραδοσιακά υπέρμαχοι της απελευθέρωσης της εισόδου των μεταναστών και της ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία είναι οι εκπρόσωποι του εργατικού κινήματος, αυτοί δηλαδή που σύμφωνα με την απλουστευτική νεοκλασική ανάλυση είναι τα άμεσα θύματα λόγω της πίεσης στους μισθούς;
Αυτή η ανεπάρκεια της νεοκλασικής θεώρησης της μετανάστευσης προκύπτει κυρίως από την, κάθε άλλο παρά τυχαία, εμμονή της στην υπόθεση της τέλεια λειτουργούσας αγοράς εργασίας και της μόνιμης κατάστασης πλήρους απασχόλησης. Θεωρώντας πως οι πραγματικοί μισθοί θα προσαρμόζονται επαρκώς σε όποιες αλλαγές της προσφερόμενης εργασίας και επικαλούμενοι μια αόριστη προοπτική αναδιανομής των συνολικών ωφελειών της κοινωνίας για να «αποζημιωθούν» οι γηγενείς εργαζόμενοι, οι νεοκλασικοί οδηγούνται στην άνευ όρων υπεράσπιση της πλήρους «απελευθέρωσης» των μετακινήσεων της εργασίας, αλλά και των μισθών.
Από την άλλη, η ιστορική εμπειρία των κοινωνικών εταίρων έχει διαμορφώσει την απολύτως δικαιολογημένη βεβαιότητα ότι η ευκόλως επικαλούμενη αναδιανομή των όποιων συνολικών αυξήσεων της κοινωνικής υπεραξίας δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση: ακόμη και αν η εργοδοσία πεισθεί, ή καλύτερα, πιεσθεί επαρκώς να δεχθεί μια αναδιανομή των κερδών της από τη μείωση των πραγματικών μισθών, τα πολιτικά μέσα για την πραγματοποίηση αυτής της αναδιανομής δεν είναι ούτε δεδομένα, ούτε εύκολα.
Στον αντίποδα της σκοπίμως απλοϊκής νεοκλασικής προσέγγισης βρίσκεται η μαρξική ανάλυση του συνόλου των κοινωνικών επιπτώσεων σε ένα πλαίσιο ταξικών αντιπαραθέσεων και πραγματικών πολιτικοοικονομικών ισορροπιών. Στην πραγματικότητα, η κοινωνική αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα της μετανάστευσης διαρθρώνεται μέσα από τα εξής δύο ερωτήματα: πρώτον, να διευκολυνθεί ή όχι η είσοδος των μεταναστών; Και δεύτερον, με ποιους όρους πρέπει να γίνει η ενσωμάτωσή τους στο εργατικό δυναμικό της χώρας;
Προσπαθώντας να αποφύγουμε λεπτομέρειες, οι οποίες είναι μεν σημαντικές, αλλά αδυνατούμε να αναλύσουμε στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης, οι ισορροπίες γύρω από τα δύο αυτά ερωτήματα έχουν ως εξής: ως προς το πρώτο, οι επιδιώξεις της εργοδοσίας συμπίπτουν με αυτές των εργαζομένων, αν και για πολύ διαφορετικούς λόγους – οι μεν αναγνωρίζουν την ευκαιρία να μειώσουν το κόστος απασχόλησης, οι δε βλέπουν να ενισχύεται η διαπραγματευτική θέση συνολικά, καθώς αυξάνει ραγδαία το πλήθος του ανθρωπίνου δυναμικού και ως εκ τούτου η μακροπολιτική τους δύναμη, ιδιαίτερα μάλιστα σε συνθήκες αυξανόμενης ανεργίας και κοινωνικής πίεσης. Στον αντίποδα, πολέμιοι της εισόδου των μεταναστών είναι οι εξτρεμιστικοί κύκλοι, οι οποίοι βρίσκουν κοινωνικοπολιτικά ερείσματα, στις εξαθλιωμένες κοινωνικές ομάδες, αλλά και στα μεσαία κοινωνικά στρώματα που παρασύρονται λόγω της ελλιπούς ταξικής συνειδητοποίησης. Ως εκ τούτου, οι πολιτικοί εκφραστές των αστικών συμφερόντων βρίσκονται στη δύσκολη θέση να συγκεράσουν τις επιδιώξεις της εργοδοσίας με τις εθνικιστικές κορώνες των παραδοσιακών τους συμμάχων στον πολιτικό στίβο.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, αυτό των όρων της ενσωμάτωσης των μεταναστών, προκύπτει η ουσιαστική, σύγχρονη (με όρους παγκοσμιοποίησης) πολιτική και οικονομική αντιπαράθεση μεταξύ της εργοδοσίας και της εργασίας. Με πρόσχημα την επίτευξη πλήρους απασχόλησης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας οικονομίας προς όφελος όλων (…sic…) οι αστοί και οι εκφραστές τους πιέζουν ποικιλοτρόπως για την επιδείνωση των όρων εργασίας συνολικά – η οδηγία Μπολκενστάιν και οι μεταγενέστερες παραλλαγές της είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. Από την άλλη, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις (θα έπρεπε να…) επιδιώκουν την ενσωμάτωση των ξένων εργαζομένων στις δομές τους και την αξιοποίηση της πολιτικής δύναμης από την ποσοτική διεύρυνση της απήχησής τους, με στόχο την αναδιανομή της αύξησης της κοινωνικής υπεραξίας, απόρροια της αύξησης του εργατικού δυναμικού.
Πέρα όμως από την επιδιωκόμενη αποσαφήνιση των άμεσων, ποσοτικών επιπτώσεων της μετανάστευσης στο ύψος αλλά και στη διανομή της κοινωνικής υπεραξίας της χώρας υποδοχής, πρέπει να επικεντρώσουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του εισερχόμενου εργατικού δυναμικού και στη δυνατότητα της κοινωνικοοικονομικής του ένταξης. Η σχετική βιβλιογραφία περί οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης, στο σύνολό της, είτε πρόκειται για τη νεοκλασική παράδοση των γραμμικών, δυναμικών καταστάσεων ισορροπίας (linear steady state), είτε για ετερόδοξες προσεγγίσεις μακρών κυμάτων καπιταλιστικής εξέλιξης, αναγνωρίζουν την ιδιαίτερη σημασία του «ανθρωπίνου κεφαλαίου» που ενσωματώνεται ή που μπορεί προοπτικά να ενσωματωθεί στους νεοαφιχθέντες εργαζομένους. Πέρα από τις «επιπτώσεις επιπέδου» (level effects), οι οποίες σχετίζονται με την ποσοτική αύξηση του εργατικού δυναμικού, οι πιθανές θετικές επιδράσεις στο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομικής δραστηριότητας (growth effects) προκύπτουν μόνο από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εργασίας και τις προεκτάσεις τους στην παραγωγικότητά της.
Δυστυχώς, το μεταναστευτικό ρεύμα στη χώρα μας συνάντησε τη γενικότερη αναποτελεσματικότητα της οργανωμένης πολιτείας, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία μιας ολοκληρωμένης, στοχευμένης, προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής. Αποτέλεσμα: μια κατάσταση ιδιαιτέρως προβληματική με δύσκολες κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις και μια εμφανή ανικανότητα αξιοποίησης των υπαρκτών θετικών επιπτώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής, στην ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης, στη βελτίωση της διεισδυτικότητας ελληνικών προϊόντων και κεφαλαίων σε ξένες αγορές, καθώς και στην καθημερινότητα μας μέσα από την διαπολιτισμική επικοινωνία.
Σε αυτήν την κατεύθυνση, ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών και του πολιτικού τους προσωπικού είναι ιδιαίτερα σημαντικός, πόσο μάλλον δε σήμερα που το θεσμικό πλαίσιο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχει μετεξελιχθεί, με ευαπόδεικτες τις νέες δυνατότητες που ανοίγονται. Η σύνθετη πραγματικότητα με τις απίστευτα διαφοροποιημένες τοπικές ιδιομορφίες καθιστά απαραίτητη την ανάπτυξη μικροπολιτικών, δίπλα στις ολιστικές, εθνικές πρωτοβουλίες: ουσιαστική εμπλοκή των μεταναστών σε ανοικτές διαδικασίες λήψεως αποφάσεων για τοπικά, δημοτικά, κοινοτικά ζητήματα, ανάληψη πρωτοβουλιών που θα προάγουν την ενημέρωση των πολιτών και τη διαπολιτισμική επικοινωνία, λειτουργία ειδικών δομών διοίκησης για την εξυπηρέτηση των μεταναστών από τους μετανάστες (το δημοτικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτήσει ένα συμβούλιο ένταξης μεταναστών ως συμβουλευτικό όργανο), ανάπτυξη δομών γλωσσικής εκπαίδευσης σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς φορείς της περιοχής, ιδιωτικούς και δημόσιους.[3]


[1] Αναφερόμαστε στο ν. 3638/2010 που δίνει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στους μακροχρόνια διαμένοντες μετανάστες κατόχους συγκεκριμένων αδειών διαμονής. Η συμμετοχή στις εκλογές τους καθιστά συμμέτοχους και συνδιαμορφωτές του κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος στο οποίο οι ίδιοι και η οικογένειά τους αναπτύσσουν τις βιοτικές τους δραστηριότητες.
[2] Αντίστροφες είναι οι αναμενόμενες επιπτώσεις στα εισοδήματα των συντελεστών παραγωγής στη χώρα προέλευσης. Κερδισμένοι είναι οι εργαζόμενοι και χαμένοι οι εργοδότες, όμως και εδώ η επίπτωση στη συνολική ευημερία της χώρας είναι θετική.
[3] Για πιο ενδελεχή μελέτη σχετικών στοιχείων και αναλύσεων δείτε στην μελέτης του Martin Baldwin-Edwards, Συνδιευθυντή στο Παρατηρητήριο Μετανάστευσης στη Μεσόγειο UEHR, «Η Ένταξη των Μεταναστών στην Αθήνα: Δείκτες Ανάπτυξης και Στατιστικές Μέθοδοι Μέτρησης» (http://www.mmo.gr/pdf/publications/mmo_working_papers/Migrants_in_Greece_Report_Grk.pdf )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου