Ο κύκλος της μεταπολίτευσης έκλεισε για την χώρα μας, την ίδια στιγμή που αυτοαναιρούνται οι αυταπάτες μιας μόνιμης, απρόσκοπτης ανάπτυξης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, την ίδια στιγμή που η αστική κοινωνία μας καλεί να την απαλλάξουμε από την αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις της. Τελικά, η βγαλμένη από το χρονοντούλαπο της ιστορίας προεκλογική ρήση του Έλληνα Πρωθυπουργού, ασχέτως αν ήταν ή όχι επιτυχημένο επικοινωνιακό επινόημα, αποδεικνύεται άκρως επίκαιρη και προφητική: Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;
Είναι πλέον κοινός τόπος στη διεθνή ειδησεογραφία και στην επιστημονική κοινωνικοοικονομική ανάλυση ότι η χρηματοπιστωτική έξαρση που ξεκίνησε με την κατάρρευση του φθινοπώρου του 2008 αποτέλεσε απλώς την αφορμή, τη σταγόνα υπερχείλισης μιας χρονίζουσας συστημικής κρίσης καταναλωτικής αδυναμίας και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων. Πρόκειται για την ιστορικά επαναλαμβανόμενη στιγμή που ο καπιταλισμός καλείται να πληρώσει τα σπασμένα: η εγγενής απληστία του, αργά ή γρήγορα, σωρευτικά, καταβαραθρώνει την καταναλωτική δύναμη, δηλαδή την ίδια την κινητήρια δύναμή του! Αυτός είναι και ο βαθύτερος λόγος της πιστωτικής διεύρυνσης, η γενεσιουργός αιτία . Γιατί απλά, όταν οι πιθανοί πελάτες δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν τον πλούτο που παράγεις, μια λύση είναι να τους δανείσεις. Άλλωστε, με αυτόν τον τρόπο δημιουργείς μια νέα, ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά βραχυπρόθεσμων υψηλών αποδόσεων για το χρηματοπιστωτικό, υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο. Τα ανικανοποίητα μεγαλοστελέχη, η υπεραισιοδοξία των αγορών και το υποεκτιμημένο ρίσκο των τοποθετήσεων, η αναποτελεσματικότητα του ελεγκτικού μηχανισμού, όλα αυτά αποτελούν προφανείς αφορμές. Η πραγματική αιτία βρίσκεται όμως αλλού: για παράδειγμα στην αύξηση του βαθμού της διαπεριφερειακής ανισότητας στην Ε.Ε. κατά 50% την τελευταία τριακονταετία, ή αντίστοιχα στο ότι η μέσος μισθός υπέστη μια μείωση της τάξεως των 30 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του κατά κεφαλήν εισοδήματος στην ίδια περίοδο.[i]
Όπως σε κάθε ιστορική περίοδο δομικής κρίσης, έτσι και σήμερα, η διεθνής πολιτική σκηνή συνταράσσεται από μια ιδεολογική διαπάλη ενόψει καίριων, ριζικών και ταυτόχρονα αναπόφευκτων αλλαγών. Ο νεοφιλελευθερισμός επιχειρηματολογεί επίμονα για μια συστημική διέξοδο, πασχίζει να διατηρήσει τη διεθνή κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και επιμένει να προωθεί πρακτικές που ακολουθήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν με αδιαμφισβήτητες όμως πια τις αρνητικές τους επιπτώσεις – «απελευθέρωση» τουτέστιν απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και κάθε έννοιας κοινωνικής δικαιοσύνης, εγκαθίδρυση της δικτατορίας της υποτιθέμενα «τέλεια ανταγωνιστικής» αγοράς.
Στον αντίποδα, η συντονισμένη έκφραση του διεθνούς ριζοσπαστικού, προοδευτικού κινήματος έχει την ιστορική ευθύνη να απαντήσει στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου με τη διεθνοποιημένη προώθηση ιστορικά ώριμων, κοινωνικά δίκαιων, αλλά και οικονομικά αποτελεσματικότερων διεκδικήσεων:
Ø συντονισμένη διεθνικά, γενναία μείωση ωραρίου απασχόλησης και αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου εξασφαλίζοντας τη διαπεριφερειακή σύγκλιση, καθώς και την αντιστροφή των κοινωνικών ανισοτήτων,
Ø ριζικές αλλαγές στο δίκαιο της εταιρικής διακυβέρνησης, ενίσχυση της συνεταιριστικής διάστασης και της ενδοεταιρικής δημοκρατίας,
Ø σταδιακή ενίσχυση του κοινωνικού χαρακτήρα αγαθών που μέχρι σήμερα αναπτύσσουν παρασιτικά την εμπορική τους υφή,
Ø ενίσχυση του ρόλου ενός μετεξελιγμένου φορέα διεθνούς, διακρατικής συνεργασίας για την ανάπτυξη του «υπερεθνικού κοινωνικού κράτους δικαίου», την εγκαθίδρυση της διεθνοποιημένης κοινωνικής δημοκρατίας, τη διασφάλιση της ειρήνης και της περιβαλλοντικής ισορροπίας.
Ο ρόλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Όχι ως επικυρίαρχος του κοινωνικού κινήματος, αλλά ως μία από τις βασικότερες, ίσως η πιο βασική συνιστώσα για τη διαμόρφωση της νέας ριζοσπαστικής συνισταμένης, προς την ιστορικά αναπόφευκτη υποκατάσταση της αστικής κοινωνίας και οικονομίας. Έχει την υποχρέωση να ανταποκριθεί στις ιστορικές της ευθύνης, ακριβώς όπως το ίδιο πρέπει να πράξουν και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις της κοινωνικής αλλαγής, πέρα από την επιμονή σε λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Ζητούμενο η αποτελεσματική ισορροπία μεταξύ ρεαλισμού και ριζοσπαστισμού, μεταξύ στρατηγικού στόχου και τακτικών επιλογών. Αφετέρου προκύπτει η αναγκαιότητα μιας αποσαφήνισης του πρώτου, σε συνάρτηση με την ανάπτυξη μιας σύγχρονης αντίληψης για το χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες του «ύστερου καπιταλισμού». Σε αυτήν την κατεύθυνση εργάζεται η διεθνής επιστημονική κοινότητα, από τις συνεισφορές του Ernest Mandel ως τις απόψεις του Joseph Stiglitz και του Paul Krugman, ενδεικτικές αναφορές από το μαρξισμό, στον μετακεϋνσιανισμό και τις παρυφές του νεοκεϋνσιανισμού. Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να εργασθεί και η διεθνής πολιτική πρωτοπορία.
Σε αυτήν λοιπόν την ιστορική συγκυρία, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει έναν διττό ρόλο στον οποίο πρέπει να ανταπεξέλθει. Ούσα μια από τις λίγες κυβερνήσεις χωρών ΟΟΣΑ που εντάσσεται στο πολιτικό ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας, με τον Πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο τιμόνι, της έλαχε η ευθύνη να οδηγήσει την ελληνική κοινωνία μέσα από το δικό της σταυροδρόμι, σηματοδοτώντας όμως ταυτόχρονα ένα νέο, υπό διαμόρφωση ίσως, ρεαλιστικό πολιτικό ριζοσπαστισμό. Είναι η στιγμή που πρέπει να μιλήσουμε καθαρά και να μην αποφύγουμε την ευθύνη των επιλογών και των λόγων μας. Είναι τώρα που πρέπει να απαντήσουμε θετικά στο δίλημμα του Ράσελ και να αντιληφθούμε το γεγονός πως ζούμε σε «ενδιαφέρουσες εποχές» ως ευχή και όχι ως κατάρα.
Ο κύβος ερρίφθη για την κυβέρνηση ως προς την αντιμετώπιση του οξύτατου ταμειακού προβλήματος, απόρροια της απελπιστικά «απρόσεκτης» διαχείρισης των τελευταίων ετών, αλλά κυρίως των διαρθρωτικών αδυναμιών του παραγωγικού συστήματος της χώρας μας. Είναι δίκαιη αυτή η κατανομή των βαρών, όπως απορρέει από τα ανακοινωμένα μέτρα; Νομίζω ότι η απάντηση προκύπτει αβίαστα: Όχι! Οι επιλογές των πρώτων μηνών του 2010 δεν χαρακτηρίζονται από κάποια ιδεολογική ταυτότητα, ούτε από μια αντίληψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Πρόκειται απλώς για την επιλογή του εφικτού! Με αυτήν την έννοια, εκτιμώ την ειλικρίνεια του Έλληνα Πρωθυπουργού που παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο πακέτο μέτρων είναι έξω από τα ιδεολογικά όρια του πολιτικού χώρου που εκπροσωπεί.
Αυτό το νόημα πιστεύω ότι έχουν οι απεργιακές κινητοποιήσεις και οι αντιδράσεις του κοινωνικού κινήματος που δικαιολογημένα ξεσπούν. Ως μια ηχηρή προειδοποίηση, αφενός προς την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., μα ιδιαιτέρως προς την νεοσυντηρητική γραφειοκρατία των Βρυξελών και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης. Ως μια πολιτική πίεση για τον χαρακτήρα των επόμενων επιλογών. Άλλωστε, αυτό είναι το πιο απαιτητικό ερώτημα, το ζήτημα της πολιτικής της επόμενης μέρας! Προσωπικά κατανοώ την επιλογή επιβολής του συγκεκριμένου, έστω βίαιου, πακέτου μέτρων διαχειριστικού χαρακτήρα. Όμως περιμένω από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αποδείξει ότι η περικοπή των εισοδημάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο Τομέα έχει έναν παροδικό, όχι μόνιμο, χαρακτήρα και προκύπτει απλά και μόνο ως αναγκαστική επιλογή στη βάση της πρωτοφανούς δημοσιονομικής δυσχέρειας. Περιμένω να αποδείξει ότι προτίθεται να αναδείξει τους καταχραστές του δημόσιου πλούτου και να πάρει πίσω τα κλεμμένα, ότι θα απαιτήσει την ισότιμη συμβολή του χρηματοπιστωτικού και του εμπορικού κεφαλαίου στην προσπάθεια της δημοσιονομικής διάσωσης και της παλινόρθωσης της ελληνικής οικονομίας, ότι θα υψώσει το ανάστημά της απέναντι στους διεθνείς κερδοσκόπους και στη νεοφιλελεύθερη πολιτική αντίληψη, ανταποκρινόμενη όχι μόνο στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στον ρόλο της στο σκηνικό της διεθνούς πολιτικής διαπάλης που αναλύσαμε. Μπορούμε όλοι να συμβάλλουμε σε αυτές τις επόμενες επιλογές:
Ø ανάχωμα σε όποια προσπάθεια εφαρμογής της βίαιης περικοπής και στα εισοδήματα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα,
Ø αντιρρόπηση στις όποιες πιέσεις για απελευθέρωση των απολύσεων και κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων,
Ø φορολογική μεταρρύθμιση με ουσιαστικό και γενναίο αναδιανεμητικό χαρακτήρα και με αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής,
Ø ενίσχυση της κοινωνικής αποτελεσματικότητας στην παροχή των δημόσιων αγαθών, ιδιαίτερα στην υγεία και στην παιδεία,
Ø ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική ενίσχυσης των επενδύσεων, της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας της ελληνικής παραγωγικής βάσης,
Ø αναδόμηση της τοπικής αυτοδιοίκησης και ενίσχυση της δημοκρατίας και της αποτελεσματικότητας στις τοπικές κοινωνίες.
Κλείνοντας ας μου επιτραπεί να παραθέσω ένα πολύ πετυχημένο σύνθημα από τους τοίχους των πόλεών μας: «Ουτοπία είναι να πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει τίποτε». Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν την αστική επανάσταση για τους δυόμιση αιώνες προσφοράς – επιστήμη, τεχνολογία, πλούτος μα και κοινωνική σπατάλη, περιβαλλοντική ασυδοσία, αδικία, ανισότητα, πολεμική βαρβαρότητα και απαξίωση ανθρωπινών αξιών – και ας προχωρήσουμε μπροστά. Η αλλαγή είναι η φύση της ζωής.
[i] Grigoris Zarotiadis and Aristea Gkagka "Switching from convergence to divergence in the European Union: A case study", ECINEQ Working Paper Series, www.ecineq.org .
Γρηγόρης Β. Ζαρωτιάδης, Επίκ. Καθηγητής ΑΠΘ, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου